Κομμουνιστική Ανανέωση

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ 19Ης ΜΑΪΟΥ 2012

Posted by ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ στο 21/05/2012

1.      Σε όλο το προηγούμενο διάστημα, η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου έθρεψε μια αχαλίνωτη κερδοσκοπία που δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της χρηματιστικής – τραπεζοπιστωτικής δράσης του, αλλά αποτέλεσμα της ίδιας της κίνησης του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, που με εργαλεία την παγκοσμιοποίηση και την απελευθέρωση των αγορών επεκτείνει τη δράση του στην κερδοσκοπία καταστρέφοντας εθνικές αγορές και μεγάλες περιοχές του πλανήτη. Αυτή η ίδια η ανάγκη για τη συσσώρευση κεφαλαίου, (στις δεκαετίες του 1980 και του 1990) υπαγόρευσε σε όλες τις κυβερνήσεις, υπό τις εντολές και την επίβλεψη διεθνών και περιφερειακών οργανώσεων του κεφαλαίου, να περάσουν σε μια ολομέτωπη επίθεση ενάντια στους μισθούς και στις κοινωνικές κατακτήσεις. Σε όλες τις χώρες, η μείωση του εργατικού κόστους έγινε μοχλός για τη συσσώρευση και την κερδοφορία του κεφαλαίου. Οι συγχωνεύσεις, οι εξαγορές και οι μετεγκαταστάσεις με την ηγεμονία του μηχανισμού της χρηματιστικής κερδοσκοπίας, έγιναν μοχλοί για τη συγκέντρωση κεφαλαίου και πλούτου σε ολοένα και λιγότερα χέρια. Λογικό επόμενο βήμα η ιδιωτικοποίηση και ουσιαστική εκχώρηση του συνόλου των δημοσίων επιχειρήσεων και του συσσωρεμένου κοινωνικού πλούτου στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Όλο το προηγούμενο διάστημα, παρά  τη λαϊκή οργή  και τη μαζική αντίδραση και απόρριψη τους από τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων, επέμειναν στην υλοποίηση της συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωσή το ΔΝT και τους τραπεζίτες με την διάλυση του ασφαλιστικού συστήματος, την αδρανοποίηση  του  οργανισμού μεσολάβησης και διαιτησίας ( ΟΜΕΔ ) και την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Για να αμβλυνθούν βέβαια οι αντιδράσεις, ξεδιπλώθηκε μια τεράστια προσπάθεια προπαγάνδας που αναπαρήγαγε συνολικά την αντίληψη ότι οι κεφαλαιοκράτες και οι εργάτες είναι συνυπεύθυνοι για τη διαχείριση της οικονομίας και την επιτυχή ή όχι πορεία της, προσπάθεια που σερβιριζόταν με ομοβροντίες κινδυνολογίας από πλευράς κυβερνητικών αξιωματούχων και καλοπληρωμένων κονδυλοφόρων των ΜΜΕ. Προχώρησαν  έτσι στο ξεθεμελίωμα κάθε κατοχυρωμένου με αγώνες και θυσίες  δικαιώματος των τελευταίων 100 χρόνων. Η συμφωνία της κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Ένωσή  το διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την ΕΚΤ (Τρόϊκα) ήταν το επιστέγασμα και η συνισταμένη μιας αήθους προσπάθειας ανατροπής όλων των κατακτήσεων των εργαζομένων των συνταξιούχων της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων. Η λαϊκή οργή  και η μαζική αντίδραση εκδηλώθηκε με μεγάλες μεν εργατικές κινητοποιήσεις και απεργίες αλλά κυρίως με μεγάλες μαχητικές  συγκεντρώσεις διαρκείας, στο Σύνταγμα και τις πλατείες όλης της χώρας. Στο διάστημα αυτό  δύο κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. έπεσαν και χρειάσθηκε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον τραπεζίτη Παπαδήμο και τη στήριξη ΝΔ. ΠΑΣΟΚ. και ΛΑΟΣ για να μπορέσουν να κάνουν τη βρώμικη δουλειά.

2.      Ήταν φανερό πως ο δικομματισμός θα κατέρρεε καθώς η απονομιμοποίηση του στη συνείδηση του λαού και των εργαζομένων ήταν ισχυρότατη. Η αποσάθρωση του δικομματισμού εκτιμήθηκε από τα αστικά επιτελεία, μέσα και έξω από τη χώρα,  ότι μπορεί να περιορισθεί με εκλογές περιορισμένης προεκλογικής χρονικής διάρκειας και με δεδομένο ότι η ΝΔ ήταν πρώτο κόμμα και θα έπαιρνε το μπόνους των 50 εδρών.

Η προδοτική πολιτική της δημιουργίας ενός «ηττημένου λαού» (σε περίοδο κρίσης), η προσπάθεια να γίνει μια συνολική ρεβάνς απέναντι στο λαϊκό κίνημα και τη δυνατότητά του να φέρνει προσκόμματα στις επιθετικές αστικές πολιτικές, δεν πέρασε. Τα κόμματα που υπηρέτησαν πιστά την καταστροφική πολιτική του κεφαλαίου όπως εκφράστηκε από ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ, παρά το γεγονός ότι είχαν στο πλευρό τους σχεδόν το σύνολο των έντυπων και ηλεκτρονικών ΜΜΕ (πολλά παραδοσιακά ΜΜΕ που αντέδρασαν οδηγήθηκαν στο κλείσιμο) δεν κατάφεραν να πετύχουν ούτε των μικρότερο από τους στόχους που επιδίωκαν, δηλ. την κοινοβουλευτική πλειοψηφεία των 151 εδρών.

3.      Ο βασικός λόγος της συντριβής του δικομματισμού ήταν βέβαια η εμμονή σε πολιτικές διάλυσης του κοινωνικού ιστού, στην εκρηκτική ανεργία, στην απειλή εξαφάνισης της μεσαίας τάξης, στην διάλυση των εργασιακών και μισθολογικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων, στη διάλυση του κοινωνικού κράτους. Η συνεχιζόμενη ύφεση, το ξεπούλημα δημόσιων επιχειρήσεων και δημόσιας γης ακόμα και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου συνοδεύτηκαν από ξεκάθαρες απειλές ότι αμέσως μετά τις εκλογές θα έρχονταν νέα μέτρα οικονομικής αφαίμαξης της εργαζόμενης κοινωνίας και οριστικής διάλυσης της προστασίας των δυνάμεων της εργασίας από τις συλλογικές συμβάσεις. Πέρα από αυτό πρέπει να σημειώσουμε μια σημαντική αποδιάρθρωση των πελατειακών δικτύων που χτίστηκαν εδώ και πολλές δεκαετίες από τα κόμματα εξουσίας. Η υλική βάση αυτών των δικτύων ήταν η εξυπηρέτηση συμφερόντων σε ατομικό ή οικογενειακό επίπεδο. Συμφερόντων που αναφέρονταν κυρίως σε ζητήματα εξεύρεσης εργασίας και συναλλαγής κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου αλλά και σε ζητήματα εξυπηρέτησης χωροταξικών και πολεοδομικών αιτημάτων, ευχέρειας πρόσβασης στις υπηρεσίες του κράτους (πχ πρόσβαση σε δημόσια νοσοκομεία με ξεπέρασμα της λίστας αναμονής). Η αδυναμία των κομμάτων εξουσίας να εξυπηρετήσουν τέτοια αιτήματα λόγω της σαρωτικής πολιτικής του κεφαλαίου υπονόμευσε και την υλική βάση των πελατειακών αυτών δικτύων. Πρέπει να σημειώσουμε όμως ότι η μακροχρόνια λειτουργία τους έχει συντείνει στη διάβρωση των συνειδήσεων υπέρ του ατομικού σε βάρος του συλλογικού, υπέρ της λογικής της εξωθεσμικής και παραγοντίστικης παρέμβασης σε βάρος της συλλογικής δράσης. Αυτά τα δίκτυα είναι εξαιρετικά ανθεκτικά για να διαλυθούν σε σύντομο χρόνο και χρήσιμα στο σύστημα γιατί νομιμοποιούν τα δίκτυα πελατείας του πολιτικού προσωπικού με τις μεγάλες επιχειρήσεις, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που οδηγούν σε διάλυση τη χώρα, τη διασύνδεση τελικά του πολιτικού προσωπικού με το κεφάλαιο και τις διάφορες μερίδες του. Για αυτό το λόγο  θα δούμε στο επόμενο διάστημα εντατικές προσπάθειες ανασύνθεσης και μετάλλαξης αυτών των δικτύων από την όποια κυβερνητική εξουσία.

4.      Ο χώρος της πολιτικής δεξιάς στην Ελλάδα δείχνει σημάδια κατακερματισμού στη σημερινή συγκυρία. Ο πολιτικός χώρος που αναφέρεται καθαρά στον νεοφιλελευθερισμό εμφανίζεται μεν κατακερματισμένος (Δημ.Συμμαχία, Δημιουργία Ξανά, Δράση-Φιλελεύθερη Συμμαχία) αλλά κερδίζει αθροιστικά 6,50%. Ο χώρος της παραδοσιακής λαϊκής δεξιάς (Ανεξάρτητους Έλληνες, ΛΑΟΣ) αγγίζει το 13%. Ο χώρος της εθνικιστικής δεξιάς συσπειρώθηκε  γύρω από μια νεοναζιστική συμμορία που έφτασε το 7%. Η παρουσία της Χρυσής Αυγής είναι και δείγμα της προσπάθειας εκφασισμού της κοινωνίας που επιχειρείται συστηματικά από το 1990 και μετά. Μια ιδεολογική επίθεση ενάντια σε κάθε τι προοδευτικό που εντάθηκε μετά την είσοδο του ΛΑΟΣ στη βουλή. Το πιο επικίνδυνο είναι ότι η εκλογική εμβέλεια της Χρυσής Αυγής δείχνει ότι το παρακράτος έχει γιγαντώσει χάρις στη σύνδεση του με το κράτος, και σε αυτές τις περιπτώσεις το παρακράτος τείνει να υποκαταστήσει σταδιακά το κράτος Η προσπάθεια ανασυγκρότησης και συνένωσης κομματιών της δεξιάς ενόψει των εκλογών της 17ης Ιουνίου δείχνει ότι η πώλωση που θα επιχειρηθεί για να πάρουν ρεβάνς οι δυνάμεις του κεφαλαίου θα είναι έντονη από την πλευρά τους με τρομοκρατία, εκφοβισμούς και απειλές πολύ ισχυρότερες απότι μέχρι τώρα.

5.      Με διάλυση και εκλογική συρρίκνωση απειλείται το ΠΑΣΟΚ. Η επιλογή του Βενιζέλου να αποκλείσει ουσιαστικά από το κόμμα όσους είχαν και την παραμικρή αντίρρηση για τις μνημονιακές επιλογές του προστέθηκε στη φθορά της σκληρής αντεργατικής διακυβέρνησης από το 2009 μέχρι σήμερα. Επιταχύνθηκε έτσι η διαδικασία ανασύνθεσης του σοσιαλδημοκρατικού χώρου με τη μαζική υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ από κοινωνικές ομάδες και στρώματα που παραδοσιακά στήριζαν το ΠΑΣΟΚ. Η μετριοπαθής σοσιαλδημοκρατική λύση της ψήφου στη Δημοκρατική Αριστερά ήταν μια ακόμη επιλογή που άφησε το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη θέση. Η ρήξη του ΠΑΣΟΚ με τα συνδικάτα που παραδοσιακά ελέγχει δεν είναι ακόμη πλήρης, αλλά είναι θέμα χρόνου να συμβεί, συνδυαζόμενη και με την τρομερή κρίση των ίδιων των τριτοβάθμιων εργατικών ενώσεων που απειλούνται με διάλυση και κατακερματισμό. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την  αποδιάρθρωση των πελατειακών δικτύων απειλούν το ΠΑΣΟΚ με ολοκληρωτική διάλυση, για αυτό και ο Βενιζέλος μιλάει για σάπιο κόμμα, διέλυσε όλα τα όργανα και κάνει λόγο για επανίδρυση του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ πάντως θα κάνει ότι μπορεί για να βοηθήσει το σύστημα κυριαρχίας να επανακάμψει στις επερχόμενες εκλογές.

6.      Εκτιμώντας λοιπόν το νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται μετά το αποτέλεσμα των εκλογών, αβίαστα συμπεραίνει κανείς ότι οι ψηφοφόροι  ακολούθησαν την λογική των πλατειών. Δηλαδή την αποστασιοποίηση των εργαζομένων από την ταξική πάλη και τις οργανώσεις της τάξης, αλλά και από τα ιδεολογικά και πολιτικά προτάγματα και τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων. Αυτό διαφάνηκε πολύ πριν τις εκλογές με την αποδυνάμωση των κινητοποιήσεων της τάξης και το δυνάμωμα της πολιτικής απάντησης δια των εκλογών. Ήταν εμφανές λοιπόν και η ισχυρή απονομιμοποίηση των κυβερνώντων και η ισχυρή διάθεση των κυβερνωμένων να τους τιμωρήσουν. Όπως φαίνεται από την ανάλυση της ψήφου, ο δικομματισμός συνετρίβη στις μικρές ηλικίες αλλά και στα δυναμικά στρώματα των μισθωτών, κυρίως στους μισθωτούς κάτω των 45 ετών. Σε αυτό τον πληθυσμό, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πρώτο κόμμα με διαφορά ενώ και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες – χάρη στην αντιμνημονιακή τους ρητορεία- είχαν υψηλά ποσοστά. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο δικομματισμός δεν διαλύθηκε χάρη στους συνταξιούχους άνω των 65 ετών και τους αγρότες. Είναι σαφές ότι η εργαζόμενη κοινωνία ζητά μια αριστερή διακυβέρνηση.

7.      Το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ήταν ο μεγάλος κερδισμένος των εκλογών κατακτώντας την 2η θέση με 16,78%. Η διάθεση της κοινωνίας να απεμπλακεί από τις καταστροφικές πολιτικές του κεφαλαίου οδήγησαν ένα μεγάλο μέρος των μισθωτών και των επαγγελματιών στην ψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόγραμμά του έχει αρκετά ριζοσπαστικά στοιχεία και μια θεμελιώδη αντίφαση. Προγραμματικές προτάσεις όπως η εθνικοποίηση των τραπεζών, η πρόβλεψη «η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλει να βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Βουλής», οι διακηρύξεις για δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία, η εξαγγελία για ένα «φορολογικό σύστημα σε αντίθετη κατεύθυνση από τη σημερινή του φιλοσοφία, θα ελαφρύνει τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα του πληθυσμού και θα επιβαρύνει τα μεγαλοεισοδήματα.» είναι εκτός λογικής της ΕΕ και η εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ για παραμονή οπωσδήποτε στην ΕΕ κάνει την αντίφαση εκρηκτική. Οι πρώτες μετεκλογικές κινήσεις του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ Α.Τσίπρα δείχνουν ότι η αντίφαση λύνεται με προτάσεις κυβερνητικής συνεργασίας με θέσεις συμβατές με τη δανειακή σύμβαση και πολύ μακριά από τα ριζοσπαστικά στοιχεία του προγράμματος. Όλα δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έχει μια ισχυρή πτέρυγα που θέλει να παίξει το ρόλο μιας αριστερής σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής δύναμης που θα διεκδικήσει την εξουσία ωφελούμενη από τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ και θα είναι ο κορμός μιας νέας σοσιαλδημοκρατικής  συμμαχίας που δεν θα αμφισβητεί τις πολιτικές του κεφαλαίου και της ΕΕ. Μια Ευρωπαϊκή Ένωση που  με το δημοσιονομικό σύμφωνο είναι σαφές ότι προσπαθεί (τουλάχιστον στα 25 μέλη χωρίς Μ.Βρεττανία και Τσεχία) να συνταγματοποιήσει όχι απλώς τον νεοφιλελευθερισμό αλλά μια συγκεκριμένη –άκρως αντεργατική εκδοχή του- που θα κάνει τα εθνικά κοινοβούλια διακοσμητικά στοιχεία του συστήματος.

8.      Παρόλα αυτά, μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στον ίδιο το Συνασπισμό υπάρχουν δυνάμεις που έχουν καταλάβει την αναγκαιότητα απεμπλοκής από το Ευρώ. Στην παρούσα φάση έχουν ακόμη τη δυνατότητα να πιέσουν με βάση τις προγραμματικές θέσεις του  ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ώστε να σταματήσει η προς τα δεξιά στροφή του σχήματος. Όλες τις αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τις αυταπάτες που έχουν δημιουργηθεί στη συγκυρία πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε ως τέτοιες, ως φυσιολογική συνέπεια της απότομης εκλογικής ανόδου και της πολυμορφίας του σχήματος. Κατανοούμε επίσης ότι οι κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα κατά την προσπάθεια δημιουργίας κυβέρνησης μετά την 6η Μάη έχουν και στοιχεία πολιτικής τακτικής και ελιγμών απέναντι σε ένα αντίπαλο που είναι το ίδιο το σύστημα κυριαρχίας. Διάφορες κατηγορίες εναντίον του δεν λαμβάνουν υπόψην τους ότι η τακτική σε τέτοιες κρίσιμες περιόδους μπορεί να αλλάζει ταχύτατα. Ακόμη και ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι, (χωρίς φυσικά να κάνουμε καμμία απολύτως ιστορική σύγκριση) άλλαξαν τουλάχιστον πέντε φορές τακτική την περίοδο από το Φλεβάρη μέχρι τον Οκτώβρη του 1917. Πολλές κατηγορίες δείχνουν προσχηματικές, είναι παράδοξο δυνάμεις που στήριξαν την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου πριν ένα χρόνο, να κατηγορούν τώρα το ΣΥΡΙΖΑ που ζητάει ΕΛΕ.

9.      Ο κίνδυνος να μεταλλαχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ σε ένα σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό μόρφωμα απόλυτα συμβατό με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι υπαρκτός. Πιστεύουμε ότι η αποφυγή αυτού του κινδύνου, η δυνατότητα παραπέρα ριζοσπαστικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι υπόθεση όλης της αριστεράς και όλων των εργαζόμενων. Τώρα είναι η κρίσιμη περίοδος να πιεστεί ο ΣΥΡΙΖΑ προγραμματικά. Έτσι κι αλλιώς η ιστορία έχει δείξει ότι σε κόμματα που διεκδικούν την εξουσία, έρχεται κάποια στιγμή που γίνεται ιδεολογικό ξεκαθάρισμα. Πιστεύουμε ότι η μάχη δεν έχει χαθεί για τις ριζοσπαστικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και η ιδεολογική ενίσχυσή τους αφορά και την υπόλοιπη ριζοσπαστική αριστερά.

10. Η Κομμουνιστική Ανανέωση εκτίμησε νωρίς την αδυναμία της Αριστεράς να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να δώσει διέξοδο στους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα, και πήρε πρωτοβουλία με την πρόταση που καταθέσαμε σε όλες τις αριστερές δυνάμεις και τις δυνάμεις του ΑΝΤΑΡΣΥΑ για κοινή κάθοδο στις εκλογές του συνόλου της Αριστεράς. Η πρόταση μας μπορεί να μην ευδοκίμησε, εντούτοις σχηματίστηκε ασυνείδητα, από τους εργαζόμενους και το Λαό  ισχυρότατο αντιμνημονιακό μπλοκ με αριστερόστροφη προσέγγιση που οδήγησε στην ήττα τον δικομματισμό. Με αυτούς τους όρους της εκλογικής ήττας είναι πολύ δύσκολο να ανασυγκροτηθεί το παλιό πολιτικό σκηνικό. Στο καινούριο πολιτικό σκηνικό, η πρόταση μας για το ριζοσπαστικό πρόγραμμα 16 σημείων είναι εξαιρετικά επίκαιρη και θα επιχειρήσουμε να προωθηθεί και να συζητηθεί επί της ουσίας του τόσο μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όσο και στα πλαίσια του διαλόγου για το μέτωπο ρήξης και ανατροπής. Διαλόγου που πρέπει να γίνει με το σύνολο της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς, χωρίς εκ των προτέρων αποκλεισμούς.

11. Το Μέτωπο ΑΝΤΑΡΣΥΑ αυτοεγκλωβίστηκε στην προοπτική εισόδου στο κοινοβούλιο. Έτσι, απέρριψε κάθε είδους συμμαχίες ή τη διεύρυνση του παρά τις επίμονες προσπάθειες της Κομμουνιστικής Ανανέωσης για συνεργασία τουλάχιστον με την ΚΟ Ανασύνταξη και συντρόφους του Μ.Α.Α. αν όχι και με άλλες δυνάμεις. Η ψευδαίσθηση της δυνατότητας εισόδου στη βουλή είχε σαν αποτέλεσμα να εμφανιστούν πρακτικές απολύτως απαράδεκτες για ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο. Υπονόμευση υποψηφιοτήτων, διαφορετικές στρατηγικές από τις οργανώσεις, αποκλεισμός ομιλητών (κυρίως ανεξάρτητων) από ομιλίες, μάχη κυριαρχίας στη σταυροδοσία. Η επιμονή κάποιων να μιλάνε για στόχο 8 αντικαπιταλιστών βουλευτών και ποσοστά πάνω από 3% είχε σαν αποτέλεσμα η πλειοψηφία των συντρόφων να θεωρήσει το τελικό μας ποσοστό σαν αποτυχία, παρά τον τριπλασιασμό των ψηφοδελτίων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η απογοήτευση των συντρόφων έδειξε τον κίνδυνο που υπάρχει όταν εγκλωβιζόμαστε σε κοινοβουλευτικά διλήμματα και δεν έχουμε συναίσθηση των πραγματικών μεγεθών.

12. Ενόψει των εκλογών του Ιουνίου, εκτιμάμε ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η οριστική ήττα των δυνάμεων του κεφαλαίου, των πολιτικών δυνάμεων που οδηγούν σε διάλυση την εργατική τάξη και το σύνολο της κοινωνίας. Οι εκλογές του Ιούνιου έχουν ξεκάθαρα το χαρακτήρα της επιλογής κυβέρνησης, της επιλογής για το ποιες πολιτικές δυνάμεις θα έχουν το πάνω χέρι. Θα είναι μια σύγκρουση για την κυβερνητική εξουσία όπου η απλή καταγραφή δυνάμεων δεν έχει καμιά σημασία. Για αυτό το λόγο εκτιμάμε ότι το μέτωπο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στα πλαίσια της απόφασης της συνδιάσκεψης της για τη δημιουργία Μετώπου Ρήξης και Ανατροπής θα πρέπει να απευθυνθεί σε όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς για εκλογική συνεργασία ώστε να συμβάλλει στη δημιουργία μιας διακυβέρνησης προς όφελος της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού σήμερα, για  την ανατροπή της μέχρι τώρα ασκούμενης πολιτικής. Αν δεν επιτευχθεί μια τέτοια εκλογική συμμαχία σε αυτή τη λογική, η Κομμουνιστική Ανανέωση θα προσπαθήσει να συμβάλλει στη διεύρυνση των ψηφοδελτίων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έστω και σε τοπικό επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, η Κομμουνιστική Ανανέωση δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε μια αναμέτρηση που θα εξελιχθεί σε ενδοαριστερή διένεξη και σύγκρουση σε βάρος του εργατικού κινήματος.

Advertisements

Sorry, the comment form is closed at this time.